Biomed Lexicon Αρχική Σελίδα   |   Εμείς   |   Οδηγίες Αναζήτησης   |   Επικοινωνία
Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014 Greek English
ΕΛΛΗΝΟΑΓΓΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΩ



Αποτελέσματα Αναζήτησης: [Ρ] - 196



Όρος

ράβδωση

ράδια

ράμμα

ράμφος

ράχη

ρέγχω

ρήγμα

ρήξη θηλοειδούς μυός

ρήξη καρδιακού τοιχώματος

ρήξη κοιλίας

ρήξη της αορτής

ρήξη του μεσοκοιλιακού διαφράγματος

ρίγος

ρίζα

ρίκινος

ρίνοπλαστικί

ραβδίο

ραβδίτις

ραβδοκύτταρο

ραβδομιίωμα

ραβδομυοσάρκωμα

ραβδομυόλυση

ραβδομύωμα της καρδιάς

ραβδοϊός

ραβδωτός

ραγάδες

ραγαειδής

ραγοειδίτις

ραγοειδασκληρίτις

ραδερφόρδιο

ραδιενέργεια

ραδιοανασαπροσροφητικός

ραδιοανοσοδιάχυση

ραδιοανοσοπρασδιορισμός

ραδιοβιολογία

ραδιοδεραπεία

ραδιοδερματίτις

ραδιοδεσμευτικός

ραδιολογία

ραδιολόγος

ραδιομετρία

ραδιονουκλίδιο

ραδιοπαθολογία

ραδιοτρόπος

ραδιοχημεία

ραδιοϊσότοπα

ραδιόμετρο

ραδμικότης

ραδόνιο

ραιβοποδία

ραιβοϊπποποδία

ραιβόκρανο

ραιβός

ρακεμάση

ρακεμικός

ρακεμοποιηση

ραταϊός

ραφή

ραχίτις

ραχιαίος

ραχιαλγία

ραχιοσχιστία

ραχιοτομία

ραχιτικός

ρεαταξία

ρενίνη

ρενινισμός

ρεολογία

ρεοϊός

ρεπτιλάση

ρεσαρκινόλη

ρεσερπίνη

ρεσκιναμίνη

ρετικουλίνη

ρετινοειδές

ρετινόλη

ρετραϊός

ρευματίδη

ρευματαλγία

ρευματική μυοκαρδίτιδα

ρευματισμός

ρευματοειδής

ρευματολογία

ρευματολόγος

ρευστοποίηση

ρευστοποιητικός

ρευστοποιός

ρευστοττοιητικός

ρευστό

ρεύμα

ρηγματογενής

ρηλαξίνη

ρηνιο

ρηξη

ρητίνη

ριβονουκλεάση

ριβονουκλεοπρωτείνη

ριβονουκλεοσίδιο

ριβονουκλεοτίδιο

ριβονουκλεϊνικό

ριβοφλαβίνη

ριβόζη

ριβόσωμα

ριζάπους

ριζίτις

ριζεκτομη

ριζικός

ριζοειδης

ριζομελικός

ριζομυελίτις

ριζονευρίτις

ριζοπάθεια

ριζοτομή

ριζοτομία

ριζόττοδα

ρικέτσια

ρικίνη

ρικετσίωση

ρικετσιακά

ρικετσιοειδη

ρινίο

ρινίτις

ριναλγία

ρινεγκέφαλος

ρινευρυντήρας

ρινικός

ρινοΐος

ρινογαστρικός

ρινογενής

ρινοδακρυϊκός

ρινοδιαστολέας

ρινοκεφαλία

ρινοκογχικός

ρινολαλία

ρινολαρυγγίτις

ρινολαρυγγολογία

ρινολιθίαση

ρινολογία

ρινολόγος

ρινονέκρωση

ρινοοποριδίαση

ρινοπάθεια

ρινορραγία

ρινοσαλπιγγίτις

ρινοσκλήρωμα

ρινοσκόπηση

ρινοσκόπιο

ρινοτομή

ρινοτομία

ρινοφάρυγγας

ρινοφαρυγγίτις

ρινοφαρυγγολαρυγγοσκόπιο

ρινοφυκομυκητίαση

ρινοφωνία

ρινοχειαεοπααστική

ρινοχειλικός

ρινοϊγμορίτις

ρινοϋπερώιος

ρινόλιθος

ρινόρροια

© Copyright: Biomed Lexicon Design & Development: Crucial Services Ltd Sponsored by: American Heart Institute